διασύρω

διασύρ-ω [ῡ], [tense] pf.
A

-σέσυρκα Diph.75

:— [voice] Pass., [tense] pf.

-σεσύρθαι Arist.Rh.Al.1433b6

:—tear in pieces, κρέα prob. in Theopomp.Hist.76: metaph., pull to pieces, i.e. to disparage, ridicule, Alex.141.11,237;

διεσύρε τὰ παρόντα D.13.12

, al.;

λοιδορούμενος καὶ διασύρων Id.18.180

, cf. Plb.4.3.13, Phld.Ir.p.59 W., etc.
II break up, disperse,

σύνοδον Plb.10.42.4

.
III draw through, Paul. Aeg.6.25:—[voice] Pass., to be drawn to one side, Hippiatr.26.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασύρω — διασύρω, διέσυρα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διασύρω — διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces aor subj act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces pres subj act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces pres ind act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασύρω — (AM διασύρω) 1. ξεσχίζω, κομματιάζω 2. εξευτελίζω, διαπομπεύω νεοελλ. κακολογώ μσν. (αμτβ.) καθυστερώ, χρονοτριβώ αρχ. 1. παρασύρω 2. διασπείρω, διασκορπίζω, διαλύω («ὅρμησε σπεύδων καταταχῆσαι καὶ πτοήσας διασῡραι τὴν σύνοδον αὐτῶν») …   Dictionary of Greek

  • διασύρω — [диасиро] р. чернить, порочить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διασύρω — διάσυρα και διέσυρα, διασύρθηκα, διασυρμένος, εξευτελίζω δημόσια, διαπομπεύω, χλευάζω: Η τιμή του διασύρθηκε από την ίδια του τη γυναίκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διέσυρεν — διασύρω tear in pieces aor ind pass 3rd pl (epic) διέσῡρεν , διασύρω tear in pieces aor ind act 3rd sg διέσῡρεν , διασύρω tear in pieces imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρθέντα — διασύρω tear in pieces aor part pass neut nom/voc/acc pl διασύρω tear in pieces aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρῇ — διασύρω tear in pieces aor subj pass 3rd sg διασῠρῇ , διασύρω tear in pieces fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρέντα — διασύρω tear in pieces aor part pass neut nom/voc/acc pl διασύρω tear in pieces aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρέντων — διασύρω tear in pieces aor part pass masc/neut gen pl διασύρω tear in pieces aor imperat pass 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασέσυρκε — διασύρω tear in pieces perf imperat act 2nd sg διασύρω tear in pieces perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.